Μη φύγεις…

Μη φύγεις…

Κύριε μη πάψεις να χτυπάς!

Μη φύγεις, Κύριε!

Μην εγκαταλείψεις αυτή την πόρτα!

Ακούς; έχει πολύ θόρυβο, γι’ αυτό δεν ανοίγουν. (περισσότερα…)

 
Χρόνος

Χρόνος

Ο χρόνος…

σταγόνες στην υδάτινη επιφάνεια της καρδιάς μου

κυκλικές δονήσεις που χαράζουν ανεξίτηλα

οργώνοντας μ’ αναμνήσεις και όνειρα

το παρόν, το μέλλον…

κι όλα με μιας γίνονται παρελθόν.

Είναι δυνάστης;

Πολύτιμος βοηθός;

Μια γλυκιά τυραννία, μια συνεχής αντίθεση:

Ποθείς το τέρμα

μα τα όριά του σε πιέζουν…

Κύριε, τι μοίρα διάλεξαν τ’ αγαπημένα σου παιδιά;

Κι ήρθες -δεν άντεχες την τόση ταλαιπώρια μας-

κι άνοιξες πέρα απ’ τα σύνορα,

που τόσο πίεζαν τη ζωή μας,

έναν ουρανό, μια αιωνιότητα,

δίχως το τέρμα, δίχως το δείλι!

Σ’ ευχαριστώ!

Τώρα το κάθε τέλος είναι αρχή.

Της μέρας το ηλιοβασίλεμα,

του κάθε χρόνου η λήξη,

η κάθε ώρα, η κάθε στιγμή

μια ευκαιρία για επιστροφή…

σε Σένα που είσαι το Α και το Ω

η αιώνια, ά-χρονη, αληθινή ζωή!

Ας!

 
Τι να σου δώσω; Τι;

Τι να σου δώσω; Τι;

Οι μάγοι φέρνουν δώρα
και οι βοσκοί το θαύμα,
φάτνη η έρημος δίνει,
το σπήλαιο η γη.

Οι άγγελοι τον ύμνο,
οι ουρανοί αστέρα
κι εμείς Αγνή Μητέρα,
απόγονο Δαβίδ.

Κι εγώ τι να σου δώσω, τι
που θα ‘ρθεις και πάλι στη γη,
κρύα είναι η νύχτα αυτή
σαν κι εκείνη που ‘χες γεννηθεί.

Τι να σου δώσω, τι
θείο Βρέφος και πάλι η γη,
σαν τότε μένει σκοτεινή,
μα έχει ελπίδα, Διαθήκη Καινή.

Τι να σου δώσω, τι,
βρώμικη είναι η μικρή μου ψυχή,
με το Αίμα Σου Κύριε, Εσύ
άγνισέ την και δέξου την.

Μια καρδιά, να τι Σου δίνω,
μέσα στην αγκαλιά Σου
κράτα την Χριστέ μου
αιώνια να ζει.

Κι αν θέλω να σ’ αφήσω,
Εσύ να με κρατήσεις,
πάλι να μ’ οδηγήσεις
κοντά Σου Λυτρωτή.

 

Γ.Π.

 

 

Άγιοι

Βηματίζουνε πίσω από Εσένα

κι έχουν πάντα στραμμένο το βλέμμα

στα αιώνια, αυτά που δεν βλέπονται

κι από έρωτα θείο, δες, καίγονται.

 

 

Κάποιοι ρίχνονται μες στη φωτιά

κι άλλοι σ’ άγρια θηρία βορά,

άλλοι μ’ άσκηση, με προσευχή

το σαρκίο νεκρώνουν στη γη.

 

Κάποιοι πένα στα χέρια κρατούν

κι άλλοι κόμπο με κόμπο μετρούν

όλοι όμως σ’ Εκείνον κοιτούν,

τον γλυκύ Ιησού που αγαπούν.

Κι εγώ βλέπω, θαυμάζω, απορώ,

τέτοια αγάπη και πόθο ιερό

τέτοιο ζήλο αγνό, φλογερό

πως απέκτησαν, ποιο μυστικό,

 

μες στα στήθια τους οι άγιοι έχουν

μες στον κόσμο, απ’ τον κόσμο ν’ απέχουν;

Μα τι λέω, γιατί απορώ

μες στις φλέβες τους έχουν Χριστό

 

Σώμα κι Αίμα ουράνιο, θεϊκό.

Μόνο μένει στον κάθε πιστό

να το πει πως «Χριστέ μου, εγώ,

ΘΕΛΩ να ‘μαι δικός Σου και μαζί Σου ΜΠΟΡΩ

Γ.Π.

 

 

Σταυρέ του Χριστού

Σταυρέ του Χριστού,

υψωμένος επάνω σου

είναι Εκείνος που ύψωσε

τ’ ουρανού τα αστέρια,

ο  σοφός Δημιουργός.

Σταυρέ του Χριστού,

πάνω στ’ άγιο το ξύλο σου

απλωμένα τα χέρια Του

αγκαλιάζουν τα πρόβατα

που δεν έχουν ποιμένα.

Σταυρέ του Χριστού,

υψωμένος επάνω σου

της ψυχής μου ο Νυμφίος,

ο Ποιμήν και Πατέρας μου,

ο Αμνός και το Φως μου.

Σταυρέ του Χριστού,

πάνω στ’ άγιο το ξύλο σου

η θυσία αιώνια

κι είναι  Θύμα και Θύτης

Ένας πάντα, ο Χριστός.

Σταυρέ του Χριστού,

πάνω στ’ άγιο το ξύλο σου

χύθηκε  το δικό Του  το Αίμα

για να σώσει τον άνθρωπο,

για να σώσει εμένα!

                     Γ.Π.