Προς Χρυσόστομον

Προς Χρυσόστομον

Παύλος απόστολος Χριστού Ιησού

στον Ιωάννη, τέκνο αγαπητό.

Γίνε, Χρυσολόγε, το στόμα μου εσύ

και θα σου ερμηνεύω εγώ.

Αν με θαυμάζεις, μιμητής γενού

για τον Χριστό να υπομένεις,

τις εξορίες, τους άδικους διωγμούς

την κακοπάθεια να προσμένεις.

 

Γνήσιο τέκνο μου, εσύ, ενδυναμού

τους πιστούς να διακονήσεις.

Κι όπως εγώ, έτσι Χρυσόστομε κι εσύ

με επιστολές να τους στηρίξεις.

 

Καύχημα κι αγάπη του κόσμου αυτού

μες στην καρδιά σου μην κρατήσεις.

Τη γνώση, τη φήμη, τη δόξα αυτής της γης

σκύβαλα να τα θεωρήσεις.

Να γίνει ο νους σου, νους Χριστού

μητέρα σου η ταπεινοφροσύνη,

δίωκε την αγάπη Του την αληθινή,

δίδασκε την ελεημοσύνη.

 

Διάκονος της Εκκλησίας του Θεού

το Λόγο Του μην επαισχυνθείς,

και μέσα από τ’ άγια Του μυστήρια

ένωση γης και ουρανού να ζεις.

 

Ακολουθώντας τα ίχνη του Ιησού,

την πίστη την αγία να τηρήσεις,

αν τον καλό αγώνα του Κυρίου αγωνιστείς

στεφάνι ουρανού θα κατακτήσεις.

Τη δόξα πάντοτε να ψάλλεις του ουρανού

με τα χείλη σου και τη ζωή σου.

Σε ασπάζομαι τέκνο μου άξιο, αγαπητό,

η Χάρις του Θεού μαζί σου.

Γ.Π.

 

Αιώνια Ελπίδα

Τα χείλη ψέλλισαν και πάλι «καλημέρα»,

κελάηδημα αηδονιού έσχισε τον αέρα,

μια χρυσαχτίδα διέλυσε της νύχτας το σκοτάδι

και την ψυχή γαλήνεψε σαν μάνας πρώτο χάδι.

Όλα  στην πλάση όμορφα και όλα φωτεινά

η φύση πάλι ντύθηκε μέσα στα γιορτινά,

της άνοιξης μεθυστικό το αέναο γιορτάσι

και η ματιά την ομορφιά ποθεί να αγκαλιάσει.

Μα εσύ παράταιρη, σκυφτή, στέκεις σαν ξένη,

μέσα στης φύσης της χαράς, εσύ μόνη θλιμμένη,

ψυχή μου, γιατί περίλυπη είσαι και ταραγμένη;

Στο φως λουσμένη όλη η γη κι εσύ απελπισμένη.

Σου φαίνονται όλα πρόσκαιρα, μικρά, πεπερασμένα

μέσα στο χρόνο που κυλά σαν άνθη μαραμένα

γιατί η άνοιξη, μου λες, αιώνια δεν κρατάει

φεύγει σαν ταξιδιώτης βιαστικός, φεύγει και πάει.

Κι έπειτα έρχεται σφοδρό μες στη ζωή το κρύο,

ο πόνος και η παγωνιά και το στερνό «αντίο».

Τα πάντα μάταια, μου λες, τα πάντα τιποτένια

κι έτσι μαράζωσες ψυχή μες στην πολλή την έγνοια.

Γιατί λοιπόν ταράσσεσαι; Ελπίδα έχεις ψυχή μου,

όλα της γης τα όμορφα δώρο του Λυτρωτή μου

κι όλα αποκτούνε διάσταση αιώνια στη ζωή μου,

αν αγαπάς τον Κύριο αληθινά, ψυχή μου. 

 
Έτσι της είπαν

Έτσι της είπαν

Όπως η νύχτα μες στα χέρια της κρατά τα άστρα,

κι όπως η γη μέσα στα σπλάχνα της φυλά τον σπόρο,

έτσι της είπαν πως κρατά και η καρδιά της μάνας

μέσα της σα σε φυλαχτό την ακριβή αγάπη.

Όπως ο ταξιδιώτης πάντα στο σπίτι του γυρνάει,

κι όπως ο κύκλος κάνει τέλος την αρχή του,

έτσι της είπαν πως γυρνά κι ο νους της μάνας

κάθε στιγμή στο πρόσωπο το αγαπημένο.

Όπως το ποτάμι κυλά ορμητικό στην κοίτη

κι όπως ποτίζει η βροχή της γης το χώμα,

έτσι της είπαν πως κυλά το δάκρυ της μάνας

σαν γίνεται ο πόνος του παιδιού δικός της.

Όπως αγάπησε και πόνεσε Εκείνη,

Εκείνη που έζησε τη σταύρωση του γιου της,

έτσι το ζει πως αγαπάει μια μάνα

που πρώτα αγάπησε Χριστό Εσταυρωμένο.

Γ.Π.

 
Το κυνήγι

Το κυνήγι

Τρέχει ο κόσμος σκυθρωπός,

Κατεβασμένο το κεφάλι.

Τρέχει χωρίς σταματημό

Και κυνηγά το χρόνο πάλι.

Οι δείκτες γρήγορα γυρνούν

Του ρολογιού τρομάζει ο χτύπος.

Οι ώρες της μέρας δεν αρκούν

Κι ανήσυχος γίνεται  ο ύπνος.

Θαρρείς κι ο άνθρωπος δε ζει

Τη μέρα του για να απολαύσει.

Ζει μόνο για να κυνηγά

Τον χρόνο για να τον προφτάσει.

Και μες στ’ ατέλειωτο αυτό

Και ανεξήγητο κυνήγι

Έχει ο χρόνος του χαθεί

Κι όλη η ζωή του έχει φύγει.

 
Χριστός Ανέστη

Χριστός Ανέστη

Ο Χριστός ανέστη
το πιστεύουνε πρώτοι
αυτοί που σ΄ ανέβασαν
επάνω στο Σταυρό.

Γι΄ αυτό πληρώνουν τους
Ρωμαίους φρουρούς.
Το ξέρουν πως ανέστης,
Χριστέ ,απ΄ τους νεκρούς!

Ο Χριστός ανέστη!
το σφραγίζει το αίμα
μαρτύρων, αποστόλων
που κηρύξαν στη γη.

Αληθώς ανέστη
απαντούν κι οι εχθροί Σου,
γιατί σ΄ έναν νεκρό
τέτοια πολεμική;

Ο Χριστός ανέστη!
διαλαλούν οι μαθητές Σου
δεν ζητάς πρώτα πίστη
να το κάνουν αυτό.

Μα ζητάς τις αισθήσεις,
να Σε δουν, να Σ΄αγγίξουν,
να κηρύξουν ένα βέβαιο
γεγονός ιστορικό.

Ο Χριστός ανέστη!
το σφραγίζει ο βίος
Πατέρων, Αγίων,
Ομολογητών

Αληθώς ανέστη!
απαντάει κι ο Παύλος
που από διώκτης έγινε
απόστολος Εθνών.

Ο Χριστός ανέστη!
το φωνάζει ο χωλός
που ιάθη παραχρήμα
κι ήταν σ΄ όλους γνωστός.

Εν ετέρα μορφή
είναι η Εκκλησία
Χριστός αναστημένος
ατράνταχτη μαρτυρία.

Ο Χριστός ανέστη
το σφραγίζει ο αγώνας
των πιστών που κρατούνε
καθαρή την καρδιά.

Αληθώς ανέστη
απαντάει κι ο κόσμος
που βουλιάζει και χάνεται
από Σένα, μακρυά.

Ο Χριστός ανέστη
θέλω με τη ζωή μου
να κηρύττω αδιάλειπτα
μες στον κόσμο αυτό.

Αληθώς ανέστη ν΄ απαντούν
οι αδερφοί μου
σαν θα βλέπουνε Κύριε
πόσο θα Σ αγαπώ.

 

Γ.Π.

 
Τιμόθεος

Τιμόθεος

Όλος και πάλι μια πληγή

το χρώμα του θανάτου στη μορφή.

Μα ο Παύλος έμαθε να ζει

ωσάν τον Κύριό του.

Ύβρεις και λιθοβολισμοί,

ναυάγια και ραβδισμοί,

η δόξα και το μαρτύριό του.

Έτσι τον συναντάς κι εσύ,

έξω απ’ τα Λύστρα, ένα παιδί

με ρίζα αγία μητρική.

Ο Παύλος κείτεται νεκρός…

Μα να! σαλεύει, στήνεται ορθός!

Το θαύμα αυτό σε βεβαιώνει:

του Παύλου ο Θεός είν’ αληθινός!

Χτυπά η νεανική  ψυχή…

Ποθεί ανώτερη ζωή!

Ο πόθος φλόγα δυνατή

και το τολμάει!

Κι ας πληγωμένο τον θωρεί

κι ας ξέρει τι ακολουθεί

αυτή τον Κύριο αγαπάει.

Κι ακολουθείς πάντα πιστά

αυτόν που με αγνή καρδιά

Χριστό στους εξ εθνών μηνά,

Χριστό αναστημένο!

Σου λέει «γύμναζε σεαυτόν»,

τύπος να γίνεις των πιστών,

τέκνο αγαπημένο.

Άξια, σταθερά εσύ

με όπλο την υπακοή

και με αγάπη φλογερή

τηρείς τον εαυτό σου αγνό.

Διακονείς, κακοπαθείς,

ακόμα κι όταν ασθενείς,

εργάζεσαι για τον Χριστό.

Μα και στο τέλος της ζωής

πάλι αυτόν θα μιμηθείς.

Αυτόν που είναι μιμητής

άξιος του Κυρίου.

Στην Έφεσο του νικολαϊτισμού

κερδίζεις για χάρη του Χριστού

στεφάνι Μαρτυρίου!