Τα χείλη ψέλλισαν και πάλι «καλημέρα»,

κελάηδημα αηδονιού έσχισε τον αέρα,

μια χρυσαχτίδα διέλυσε της νύχτας το σκοτάδι

και την ψυχή γαλήνεψε σαν μάνας πρώτο χάδι.

Όλα  στην πλάση όμορφα και όλα φωτεινά

η φύση πάλι ντύθηκε μέσα στα γιορτινά,

της άνοιξης μεθυστικό το αέναο γιορτάσι

και η ματιά την ομορφιά ποθεί να αγκαλιάσει.

Μα εσύ παράταιρη, σκυφτή, στέκεις σαν ξένη,

μέσα στης φύσης της χαράς, εσύ μόνη θλιμμένη,

ψυχή μου, γιατί περίλυπη είσαι και ταραγμένη;

Στο φως λουσμένη όλη η γη κι εσύ απελπισμένη.

Σου φαίνονται όλα πρόσκαιρα, μικρά, πεπερασμένα

μέσα στο χρόνο που κυλά σαν άνθη μαραμένα

γιατί η άνοιξη, μου λες, αιώνια δεν κρατάει

φεύγει σαν ταξιδιώτης βιαστικός, φεύγει και πάει.

Κι έπειτα έρχεται σφοδρό μες στη ζωή το κρύο,

ο πόνος και η παγωνιά και το στερνό «αντίο».

Τα πάντα μάταια, μου λες, τα πάντα τιποτένια

κι έτσι μαράζωσες ψυχή μες στην πολλή την έγνοια.

Γιατί λοιπόν ταράσσεσαι; Ελπίδα έχεις ψυχή μου,

όλα της γης τα όμορφα δώρο του Λυτρωτή μου

κι όλα αποκτούνε διάσταση αιώνια στη ζωή μου,

αν αγαπάς τον Κύριο αληθινά, ψυχή μου.